Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Μαλαμάτια Ι


          «Άλλα λάφυρα δε θα πάρω για την ώρα» είπε το φεγγάρι και γλίστρησε στο ολομέταξο υφάδι τ’ ουρανού. Ο ήλιος είχε τρέξει να κρυφτεί εδώ και μέρες, σαν ξόανο κυνηγημένο στο πεζούλι του ορίζοντα από τις αγριοκερασιές του δάσους. Νηφάλιο ακόμα το σκοτάδι ζουζουνίζει και σκάει σε βοερά γέλια κάθε φορά που το ηλιοτρόπιο σηκώνει για λίγο το κίτρινο κεφάλι του αδράζοντας τις τελευταίες ανάσες της ζωής του. Η μαβιά πεταλούδα δε χαζεύει πια, έχει πάψει να ελπίζει. Κάθεται μόνο στην άκρη του παλιού, ξύλινου βαρελιού και ψιθυρίζει μέσα στ’ αποτρελαμένα της αναφιλητά: «Αύριο…». Η νύχτα δίνει την ευχή της στο ραγισμένο σώμα του μικρού της γιου, που ‘χει τόσο όμορφο όνομα: Δειλινός. Κι ύστερα, γυρίζει να περιμαζέψει τα ψοφίμια της αυγής, φτιασιδώνοντάς τα με βασιλικό και μέντα που ‘χει κρύψει στον κόρφο της. Ο χρόνος με τη μεζούρα του τρέχει. Το φως δεν ορίζει πια το θολό ριζικό της μέρας.

Άντρια