Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

Tι μου θύμησες... Δέσποινά μου

Αχ ...βρε Δέσποινα, τί μου θύμησες;
"τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, το Γλυφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς στα πρόχειρα λούνα παρκ" τότε που έφτιαχνα άλμπουμ με τις σημαίες του κόσμου από τις γκοφρέτες, και ήμουν 1η δημοτικού στην Καβάλα.
Την ιλαρά, τις παραμαγούλες, την ανεμοβλογιά και όλες τις παιδικές που τις πέρασα (μερικές μέσα στις διακοπές των Χριστουγέννων ή του Πάσχα) και μόνον τον κοκκίτη δεν πέρασα ποτέ. Η μητέρα μου με πήγε σε συμμαθητές να κολλήσω  και εντέλει κόλλησε ο πατέρας μου και τον πέρασε τον κοκκίτη στα 55 του τρελαίνοντας τον οικογενειακό μας παθολόγο.
Ζεσταινόμασταν με μιά μεγάλη σόμπα πετρελαίου στην Καβάλα, στο Σούγελο και λέγαμε το υπόλοιπο σπίτι ψυγείο, τόσο κρύο έκανε στο υπνοδωμάτιο και στο μπάνιο.
Θυμάμαι κι εγώ τον εισπράκτορα δίπλα στην πίσω πόρτα του λεωφορείου, με το πρωτόγονο μικρόφωνο, που έλεγε τις στάσεις.  Αυτόν τον θυμάμαι ακόμη και φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη. Ακόμη και μετά, στις αρχές του 1990, γυρνώντας από τας "Ευρώπας" όπου είχα μάθει και του έλεγα "Ευχαριστώ" για τα ρέστα και ο εισπράχτορας με κυττούσε σαν να κατέβηκα από τον Άρη.
Τον καιρό που τελείωνα το δημοτικό στην Κομοτηνή, από τα αυτοκίνητα ξεχώριζα μόνο τον σκαραβαίο της VW. Κάμποσοι γνωστοί μας οδηγούσαν σκαραβαίο τότε και μας έπαιρναν μαζί τους στις εκδρομές. Εμείς δεν είχαμε αυτοκίνητο. Η μητέρα μου έλεγε ότι ο μπαμπάς δεν είναι ψύχραιμος να οδηγήσει ...και "για να αποφύγει μια γάτα θα μας ρίξει σε κανένα δένδρο" ήταν το επιχείρημά της, πάντα.
Δεν είμαι τόσο μεγάλη για να έχω αναμνήσεις της παγονιέρας στο σπίτι μας, αλλά διατηρώ μιάν αμυδρή ανάμνηση από την παγονιέρα στο λυώμενο της θείας μου στον Μπαξέ και από τον παγοπώλη που έφερνε τις  κολώνες του πάγου με τα τζιγκέλια του. Τότε έπαιζε η τηλεόραση (εμείς δεν είχαμε ακόμη) το Πέητον Πλέις και η άλλη η θεία μου χανόταν κάθε μεσημέρι και το έβλεπε στο σπίτι μιάς φίλης της.
Όσα χρόνια ζούσε η μαμά, η βρύση της κουζίνας μας είχε το στόμιο της τυλιγμένο με ένα λευκό τουλπάνι σα φίλτρο, για να μαζεύονται εκεί τα άλατα.
Επίσης, από τότε που θυμάμαι, το ψυγείο στο σπίτι μας ήταν ΙΖΟΛΑ. Εζησε πάνω από 30 χρόνια και το αντικαταστήσαμε με ένα Ζημενς γερμανικό που δεν έβγαλε ούτε δεκαετία.
Πολύ μικρή, κάτω από το πρώτο σπίτι που νοικιάζαμε στην Καβάλα, ήταν ο κυρ-Μήτσος ο τσαγκάρης σε μια καμαρούλα όντως 2Χ2 με εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι και το κόλλαγε και το κάρφωνε με τις μαύρες πρόκες, ακούγοντας στη διαπασόν ραδιόφωνο κι εκεί θυμάμαι το πρώτο τραγούδι που άκουσα από ραδιόφωνο, το "με φωνάζουνε τζίνι...το τζίνι...το τζίνι.... γιατί σ' όλα είμαι μέσα, είμαι μέσα.. είμαι μέσα....και δεν τοχω σκοπό ...να σου πω σ' αγαπώ, ούτε μία φορά." Νομίζω ότι έχω αναμνήσεις κι από τη μυρουδιά της βενζινόκολλας και από το γεγονός ότι χαμογελούσε εγκάρδια όταν με έβλεπε να μπαίνω στο κατώφλι του.
Για πολλά χρόνια, παράγγελνα φανατικά υποβρύχιο, κάθε που βγαίναμε με τον πατέρα μου ή τον παππού. 
Θυμάμαι την Φατμέ, από τον διπλανό μαχαλά που μου έμαθε ποδήλατο στην Κομοτηνή, με τη συμφωνία να με κρατάει να μην πέφτω μέχρι να μάθω να ισορροπώ και σ' αντάλλαγμα να της το δανείζω για βόλτες. Μετά θυμάμαι ότι ο καημός της Φατμέ που ήταν λίγο μεγαλύτερή μου, ήταν ότι της είχαν πει πως αν γίνει 14 χρονώ θα της έβαζαν τον φερετζέ και αυτή δεν ήθελε. Δεν έμαθα ποτέ τί έγινε αργότερα. 
Τώρα που το σκέφτομαι, στο σπίτι μας δεν ήταν καθόλου περίεργο που ερχόταν η Φατμέ και απλώναμε τα παιχνίδια μου στις σκάλες και παίζαμε σπιτάκια (εκείνη δεν έφερνε δικά της παιχνίδια ή δεν θυμάμαι να έφερνε).
Άλλες φορές έβγαινα στο δρόμο και στη διπλανή αλάνα και έπαιζα με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς.
Αγαπημένο κολατσό μας ήταν το ψωμοτύρι με φρέσκο κρεμμύδι.
Και μετά εκείνη η καταπληκτική μυρωδιά της ντοματοσαλάτας, που βουτούσαμε τις μπουκιές με το ψωμί μέχρι να στραγγίξουμε όλο το λάδι.
Τα καλοκαίρια του γυμνασίου, πηγαίναμε με το αστικό πούλμαν, για μπάνιο στον Μπάτη της Καβάλας.
Εννοείται ότι πίναμε νερό από το λάστιχο, στις αυλές, τρώγαμε λουκουμάδες με ζάχαρη ή μέλι στην Πλατεία Αριστοτέλους, όποτε ερχόμασταν Θεσσαλονίκη, αγοράζαμε με 2 δρχ. τυρόπιττα από τον μπαμπά του Κώστα του συμμαθητή μας που ήταν πλανόδιος τυροπιττάς και πουλούσε τις τυρόπιττες έξω από τα κάγκελα της αυλής του δημοτικού και πραγματικά τις βρίσκαμε εξαιρετικά υπέροχες. Τον καιρό των εισαγωγικών διάβασα το όνομα του Κώστα μεταξύ αυτών που είχαν περάσει στο Πολυτεχνείο του ΑΠΘ.
Η θεία μου η Γαλήνη, όπως σας είπα ήδη, με κερνούσε μιά μαρκησία από τον Αγαπητό της Τσιμισκή, γυρνώντας με από το σχολείο της Ικτίνου, τον καιρό που ήμασταν στη Θεσσαλονίκη, στις αρχές του δημοτικού.
Θυμάμαι και τα "πραούστια" το γλυκό του κουταλιού της Σαμοθράκης σε κάτι καλοκαιρινές διακοπές στα Λουτρά, τον καιρό που δεν είχαν ρεύμα και ανάβαμε γκαζόλαμπες (χωρίς να είμαστε οικολόγοι-εναλλακτικοί) σε κάτι πρωτόγονα ενοικιαζόμενα δωμάτια.
Φοβάμαι ότι ξέχασα τη γεύση από τα πολύ νόστιμα λαδερά φαγητά της μαμάς μου και μου έρχεται να βάλω τα κλάμματα τώρα που σας το γράφω. Κυρίως, τα παπουτσάκια, το ιμάμ μπαϊλντί, το τουρλού και τα φασολάκια. Εννοείται ότι το αγαπημένο φαγητό μας (όλων των παιδιών) ήταν τα κεφτεδάκια και οι τηγανιτές πατάτες. Εκτός από ελάχιστους, δεν είμασταν υπέρβαροι γιατί γυρνάγαμε όλη μέρα στους δρόμους και τις αλάνες παίζοντας, είτε ήμασταν κορίτσια είτε αγόρια. Αυτά όταν είχαμε την τύχη να ζούμε στην επαρχία, αλλά και στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης πριν τσιμεντοποιηθεί εντελώς.

Οταν κάναμε ποδήλατο, ναι, βάζαμε συχνά χαρτόνι από πακέττο τσιγάρων πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι έτσι για να κάνει θόρυβο. Και θυμάμαι που σε έναν "αγώνα" ποιός θα τρέξει πιό γρήγορα,  έσχισα το γόνατό μου και έτρεχαν αίματα. Ο συμμαθητής μου ο Σταύρος με κουβάλησε σαν γνήσιος ιππότης στη μαμά του εκεί παραδίπλα για τις πρώτες βοήθειες και με συνόδευσε για τα περαιτέρω σπίτι μου. Τον θυμάμαι πάντα και σήμερα, κάθε που ακούω στους κυριακάτικους αγώνες ποδοσφαίρου έναν συνονόματό του παίκτη του Παναθηναϊκού.
Είχαμε πολλούς φίλους στη γειτονιά και φυσικά βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε. Τα κορίτσια παίζαμε ομαδικά κουτσό, μηλάκια, τσιλίκι ..... και όταν η μαμά φώναζε ότι στις 10.30 πρέπει να γυρίσω σπίτι, έπεφτε κλάμα. Μια χρονιά θυμάμαι στη γειτονική αλάνα, τον Ακη που τώρα είναι φαρμακοποιός να πρωτοστατεί σε μιάν αναπαράσταση του φεστιβάλ τραγουδιού Θεσ/νίκης και να μιμείται τις κορώνες του Βοσκόπουλου στην "ξανθή αγαπημένη Παναγιά" . Θυμάμαι και τον Τόμη, μικρότερο από τους περισσότερους, που πρωτοπήγαινε αγγλικά στην πρώτη δημοτικού και τον παρακινούσαν οι άλλοι να απαγγέλλει "mirror, mirror..." από την πεντάμορφη και το τέρας, όπως τα είχε μάθε στα αγγλικά για μια παράσταση στο φροντιστήριο. Εγινε ορθοπαιδικός και στα τελευταία του μπαμπά ερχόταν με όλη τη συγκίνηση της παιδικής μας γνωριμίας και έδινε κουράγιο στον πατέρα μου.
Φυσικά, πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα και τρεις μέρες πρωί, τρεις μέρες απόγευμα, με χειρότερο το Τετάρτη απόγευμα Πέμπτη πρωί, που έπεφτε αγώνας να προλάβουμε τα μαθήματα της Πέμπτης.
Μιά φορά σε όλη τη σχολική μου καρριέρα, έφαγα κι εγώ ξύλο στα χέρια, από τη βίτσα της δασκάλας, στην τρίτη δημοτικού, στη Δράμα, γιατί ξέχασα να κάνω μιάν άσκηση αριθμητικής, την οποία είχε ξεχάσει -παρεμπιπτόντως- και όλη η υπόλοιπη τάξη. Ολους μας τιμώρησε η άκαρδη η δασκάλα μας με τον ίδιο τρόπο, αφού μας ζήτησε να απλώσουμε τις παλάμες μας πάνω στα θρανία.
Στο γυμνάσιο, αντιπαθούσαμε τον φυσιογνώστη που μας έκανε Φυσική και κουβαλούσε το παρατσούκλι "ο βόθρος". Του το είχε βγάλει το άλλο τμήμα, μετά από ένα αποτυχημένο πείραμα που βρωμοκόπησε όλη την τάξη.
Μάλλον, ξέχασα τήν ένταση εκείνης της αγωνίας, την στιγμή που ο καθηγητής άνοιγε τον κατάλογο και έψαχνε ποιόν να ρωτήσει για εξέταση, αλλά θυμάμαι την αγαλλίασή μου όταν τέλειωσε το σχολείο. Ο μεγαλύτερος καταναγκασμός της ως τότε ζωής μου είχε βρει το τέλος του.
Στον καιρό μου, τα γυμνάσια ήταν θηλέων και αρρένων και εμείς φορούσαμε μπλε ποδιές με άσπρο γιακά και άσπρη κορδέλλα στα μαλλιά. Απαγορευόταν τα μακιγιάζ και έπαιρνες αποβολή εάν σε έβρισκαν με μάσκαρα, μαύρο μολύβι στα μάτια, κραγιόν ή βαμμένα μάτια.
Στα πάρτυ της κολλητής μου, ακούγαμε Κριστόφ και χορεύαμε όταν ερχόντουσαν οι συμμαθητές του αδελφού της από το αρρένων, αλλά εγώ δεν ήμουν καλή στον χορό και ντρεπόμουν να το τολμήσω. Το χειρότερο που μου συνέβη, ήταν όταν μέ ζήτησε για ένα μπλούζ ένας μεγαλύτερός μας, φοιτητής της Παντείου και γλύστρισε το φόρεμα στον ώμο μου και φάνηκε η τιράντα του σουτιέν μου. Συνέχισα να χορεύω με κατακόκκινα μάγουλα ενώ ευχόμουν να ανοίξει η γη να με καταπιεί.
Τις φωτογραφίες εκείνες της εποχής που ήμασταν στην άχαρη εφηβεία, μιά άλλη φίλη τις αποκάλεσε αργότερα "η εποχή των παγετώνων".
Φορούσαμε πλεχτές ζακέττες το φθινόπωρο και την άνοιξη, γιατί δεν υπήρχαν μπουφάν και φούτερ.
Ναι, υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη. Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και πηγάδια και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα  και πανσέδες, γιασεμιά, αγιόκλημα και σκυλάκια και χρυσάνθεμα.
Σε μιά εκδρομή στην έκτη δημοτικού, ο δάσκαλός μας μας πήγε εκδρομή στο χείμαρρο τον Μπουκλουτζά, έξω από την πόλη και μείναμε εμβρόντητοι όταν μας παρακίνησε: "Βγάλτε τις κάλτσες σας και τα πέδηλά σας. Τι με κυττάτε; Τώρα θα περάσουμε τον χείμαρρο με τα πόδια και θα επισκεφθούμε το απέναντι χωριό". Η ωραιότερη εκδρομή του δημοτικού.



Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε πράγματι έξω από την πόρτα, στο δρόμο, παρέες παρέες, ή παίζοντας κρυφτό, ή στα καλοκαιρινά σινεμά με τα χαλίκια, τις καρέκλες με το πλαστικό σκοινί, τις μπουκαμβίλιες στη μάντρα , το πασατέμπο και την πορτοκαλάδα..

Δείχνουν μακρινά, αλλά ήταν όμορφα χρόνια.
Να τί μου θύμησες βρε Δέσποινα, και να είσαι καλά.
Μήπως, αν το ξανασκεφτούμε, βρήκαμε θέμα να γράψουμε κάτι όλοι μας;
Σας φιλώ
Μαρία Σειρ.