Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Ένα πρωινό...


Για μια ακόμη φορά τα έψαλλα στη Διευθύντριά μου... στον ύπνο μου, μη παίρνετε θάρρος. Ένα ακόμα πρωινό. Όσο σκατά – με συγχωρείτε για την έκφραση αλλά κάτι σε Zafon δεν έχω πρόχειρο – και εάν είναι η ζωή μου κάτι με σηκώνει από το κρεβάτι το πρωί και στις περισσότερες των περιπτώσεων με πολύ καλή διάθεση. Ίσως έτσι επαληθεύεται το quotation κάποιου σε ένα power point που μου έστειλε η φίλη μου Δέσποινα. «’Ενα πράγμα έμαθα από τη ζωή – it goes on».
Ξεκίνησα από το σπίτι για τον τερματικό σταθμό Νεαπόλεως με το αυτοκίνητο. Εκεί αφήνω το αμάξι και επιβιβάζομαι στο 25 με κατεύθυνση την Πλατεία Ελευθερίας από όπου θα πάω το 5 για το γραφείο, όπου θα περάσω την υπόλοιπη μέρα βρίζοντας από μέσα μου. Με βολεύουν και οι γραμμές 6 και 33 αλλά για κάποιο λόγο προτιμώ το 5. Στην έκτη Δημοτικού ο Δάσκαλός μας σε μια προσπάθεια ίσης αντιμετώπισης των μαθητών, έδωσε στον καθένα από εμάς ένα νούμερο. Τα νούμερα ήταν γραμμένα πάνω σε φασόλια και όταν επέλεγε ποιός ή ποιά θα πει το μάθημα άρπαζε ένα φασόλι. Εγώ είχα το νούμερο 5. Δεν μου έχει φέρει συνειδητά γούρι αλλά για κάποιο λόγο 5 κρίκους διαίτης θα πάρω από το φούρνο, 5 κουλουράκια με σοκολάτα. Λέω... να έχω να κεράσω. Λέω...δεν πράττω.
Μου αρέσει η διαδρομή με το λεωφορείο το πρωί πρις τις οκτώ. Είναι μέσο μεταφοράς. Το «μαζικής» δεν το αισθάνεσαι. Με εκνευρίζει η μουσική που ακούγεται από το ΜP3 της νεαρής κυρίας στο μπροστινό κάθισμα. Για τον άλλο παύει να είναι μουσική, είναι απλά θόρυβος. Επόμενη στάση Αυστραλίας...Next stop Αυστραλίας. Άσχετο – ανακάλυψα ξαδέλφη στην Αυστραλία. Οι παππούδες μας αδέλφια. Επίσης άσχετο. Θα ήθελα να ήξερα την ιστορία πίσω από την ονομασία των στάσεων. «Ρουμάνικα», «Γέφυρα». Πού είναι η γέφυρα;
Φτάνω πλατεία Ελευθερίας και επιβιβάζομαι στο 5. Κάθομαι κατευθείαν στη θέση μου. Δεν κόβω εισιτήριο, όχι γιατί ανήκω στο κίνημα  «Δεν πληρώνω», αλλά γιατί έχω κάρτα ετήσια. Κάθομαι πίσω στις 4 θέσεις αντικριστά. Εκεί έχει χώρο περισσότερο και με βοηθά στην ανάγνωση του βιβλίου μου. Οι άλλες θέσεις είναι στενές και λόγω πρεσβυωπίας ζορίζομαι. Έχω πάντα ένα βιβλίο μπροστά μου γιατί αλλιώς η διαδρομή με το λεωφορείο είναι κουραστική. Σήμερα το βιβλίο το ξέχασα και επιδόθηκα στο να παρατηρώ ανθρώπους, γεγονός που με βοήθησε να διαπιστώσω γιατί, για λόγους αυτοπροστασίας, το αποφεύγω και σκύβω πάνω από ένα βιβλίο. Στην πρώτη στάση ανεβαίνει μια μαμά με ένα παιδί. Η μαγική, τέλεια σχέση. Η πληρότητας της γυναίκας. Εγώ δεν είμαι μητέρα – τικ τακ, τικ τακ... Πιο δίπλα βλέπω μαθητές με το χαρακτηριστικό σάκκο και ντύσιμο και σκέπτομαι μια δεύτερη ευκαιρία... αλλά ότι το παίρνω αμέσως πίσω. Να αποτύχεις μια φορά ναι – δύο φορές στο ίδιο πράγμα δεν παλεύεται. Δίπλα, μπροστά από πίσω μου ή και από όλες τις μεριές ακούω σπαστά ελληνικά. Αυτή η άσχημη προφορά και η κακή γραμματική με εκνευρίζουν πάρα πολύ. Αισθάνομαι απειλή; ναι. Γιατί; δε ξέρω.
                Παρατάω την παρατήρηση – δεν μου κάνει καλό και κοιτώ προς τη θάλασσα. Η διαδρομή μου αρέσει. Ωραία αυτή η πλευρά της Θεσσαλονίκης. Θα κατέβω Μαρτίου – να περπατήσω λίγο μέχρι το Βαφοπούλειο που είναι η στάση μου.

                Αύριο με βιβλίο.
                                                                                                                                          Μ.  Σκ.


έξι αισθήσεις δεν αρκούν

 Το χέρι που έψαχνε, στην τρύπα του βράχου και του βυθού,
όταν βρήκε αχινό γυρνώντας πίσω βελονιές γεμάτο
μαύρες ως βάθους, είπε, η αγάπη τι απαλή…

Εκεί που ο γύρος είναι η λέξη
που αρχινά από drink και τελειώνει σε ντρινγκ,
ναι, σωστά, είσαι στο ρινγκ,
όπου βάρβαρου γαντιού δέρμα τα έβαψε όλα
να είναι επάξια στης μούρης σου τον χρωστήρα,
κι ένοιωθες σαν το γεύμα, μα την μύτη θα ήταν ψέμα,
αυτή, σου λέει σαν της αγάπης τ’ άρωμα κανένα…

Στοχαστικά παρατηρώντας,
στα τσίρκα στις πλατείες στους μπαγλαμάδες,
διαόλων κάλτσες
μάγους, ταχυδακτυλούργους απάνω στο ούργο,
«μα πως το κάνει και που τα βρίσκει από πουθενά»
ν’ ανακαλύψεις,
έτσι γκαβός,
της τύφλας μύγα,
η αγάπη είδες λες τέρας θείο ομορφιάς…

Στο κέντρο άδειου τενεκέ
(για σένα γη)
να βρέχει πρόκες,
καρφιά και πρόκες
και κεραυνοί,
και κεραυνοί
και κεραυνοί,
τόσοι πολλοί,
τρεις κάθε δεύτερο
του ρολογιού σου
για κάθε αυτί
κι εσύ, κι εσύ,
κι εσύ, κι εσύ,
κι εσύ, κι εσύ,
ακούς εξαίσια πώς,
πως η  αγάπη,
σε προσκαλεί…

Πάνω στην έρημο
κάτω από ήλιο
χωρίς νερό,
όπως σκάβει στην άμμο
καταδικασμένη
από έναν θεό,
η κοκαλένια πια
άκυρη γλώσσα σου
σου λέει γλυκό
η αγάπη βότσαλο,
υγρό
και δροσερό…

Μα τι κι εμένα έκτη μου αίσθηση λέει είναι η αγάπη,
μ ένα γάντι του μποξ απαλά έχει ένα μαύρο σκαντζωτό αχινό
ένα μαύρο ημίψηλο γυαλισμένο καπέλο με το άλλο της χέρι
στο κεφάλι με βία να πατά μην της φύγει ένα άσπρο κουνέλι,
με ένα ύφος λες πως, η καρδιά της παλμός κύμβαλου που αλαλάζει,
του ηφαιστείου να κλωτσά, γκρανιτέν παγωτά, την φωτιά για να πάψει,
,,,
μα δεν φτάνουν,
μια και στέκει μακριά μην ψηθεί,,,
όχι μάγια,
γι’ αγκαλιά όμως έχω κι εγώ μαγευτεί…

                                                                 Αχιλλέας

Κόκκινη κλωστή δεμένη...

...Είδε τρομαγμένη το Λύκο πεσμένο στο χώμα, να αιμορραγεί, με τα μάτια μισόκλειστα. Κοίταζε μια την εγγονή της, μια τον Κυνηγό. «Τι έγινε;», ρώτησε με συγκρατημένο θυμό και φόβο. Η Κοκκινοσκουφίτσα έτρεξε αμέσως και την αγκάλιασε. Δεν ανταπόδωσε. Ο Κυνηγός, κρατώντας ακόμα την καραμπίνα του στο δεξί χέρι, μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο δείχνοντας με το δείκτη του άλλου χεριού το ψόφιο ζώο.
          Αυτό ήταν λοιπόν; Έτσι τέλειωνε η ιστορία της; Αυτό ήταν το τέλος του σεναρίου για το οποίο όλοι μιλούσαν; Μ’ αυτήν και την εγγονή της να γλιτώνουν απ’ τα δόντια του Λύκου; Με τον Κυνηγό να παρουσιάζεται ως σωτήρας τους; Κι αν ο Λύκος δε ξυπνούσε ποτέ πια; Κι αν όλ’ αυτά που είχαν γίνει δε συνέβαιναν στα ψέματα, στα παραμύθια μοναχά;
Δε θα μάθαινε ποτέ κανείς πως ο Λύκος της κρατούσε συντροφιά όλα εκείνα τα μοναχικά απογεύματα του Νοέμβρη που η Κοκκινοσκουφίτσα δε φαινόταν πουθενά, ή πως έβγαιναν μαζί στο δάσος τα πρωινά του Απρίλη και κάθονταν στη σκιά του πλάτανου και γελούσαν και τραγουδούσαν. Δε θα μάθαινε ποτέ κανείς πως ο Λύκος τη βοήθησε να χτίσει το τζάκι της, ούτε πως του ‘φτιαξε γλυκό κυδώνι για να τον ευχαριστήσει. Πως αυτός αγόρασε το κόκκινο ρούχο για να ράψει η Γιαγιά καινούρια φορεσιά στην εγγονή της. Κι ούτε κανένας θα νοιαζόταν να μάθει πως αυτός ήταν ο ίδιος Λύκος που ζούσε και στ’ άλλα παραμύθια, με τα Γουρουνάκια και τα Κατσικάκια, και του ‘διναν πάντα το ρόλο του κακού, μα κάθε άλλο παρά κακός ήταν.
Ένα δάκρυ κύλησε στο ρυτιδιασμένο μάγουλο. «Γιαγιά, γιατί κλαις;», ρώτησε η εγγονή της με αφέλεια. Η Γιαγιά έσκυψε το κεφάλι με παράπονο και μπήκε στην καλύβα της. Έκλεισε την πόρτα κι έσβησε το φως.

Λίγες μέρες μετά, είχε πια διαδοθεί στο δάσος πως η Γιαγιά δε θα ζούσε πια σε άλλα παραμύθια. Η εταιρεία που προωθούσε «Το παραμύθι της Γιαγιάς» αποφάσισε, για λόγους εμπορικούς, να μετονομάσει την ιστορία δίνοντάς της τον τίτλο «Η Κοκκινοσκουφίτσα και ο κακός ο Λύκος».

Άντρια