Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Λεωφορείο

Ξύπνησα με τα πόδια ξεσκέπαστα. «Θ’ αρπάξω κάνα κρύωμα», σκέφτομαι φωναχτά.  Η μέρα φαίνεται να διαφωνεί και τα επιχειρήματά της είναι, οφείλω να ομολογήσω,  πειστικά. Με ξεγελά και δε φοράω το κασκόλ μου. Την ακούω που κρυφογελά με το πάθημά μου. Χαμογελάω κι εγώ, «δεν πειράζει» λέω «ας της κάνω το χατίρι».

Αποφασίζω να πάρω το λεωφορείο, να διασχίσω την Κυριακή πάνω σε ρόδες. «Η ομορφότερη μέρα της βδομάδας» θυμάμαι να μου λέει κάποιος. Μπαίνω σ’ ένα μισογεμάτο 5άρι και κάθομαι πίσω-πίσω, «μέχρι να φτάσει στη Βενιζέλου θα ‘χει γεμίσει» προβλέπω. Ευτυχώς κατεβαίνω νωρίτερα. Μπροστά μου ένας μάλλον κακόκεφος μπαμπάς με την κόρη του:
«Μπαμπά, τι σημαίνει ξεπούλημα;»
«Τα πουλάμε όλα.»
«Ναι όμως…»
«Μην ξεκινάς όλες σου τις προτάσεις με “ναι όμως” παιδί μου!»
«Γιατί;»
«Γιατί είναι ενοχλητικό.»
«Ναι όμως…»

Δεν ακούω πια. Ανοίγουν οι πόρτες και ο κρύος αέρας με χτυπάει στο πρόσωπο. Μια ταλαιπωρημένη κυρία ανεβαίνει μιλώντας στο κινητό της.
«Ποιος ξέρει; Ο γιατρός λέει μια βδομάδα, ίσως και περισσότερο…».
 Χτυπάει το εισιτήριό της και κάθεται απέναντί μου. Μόνο τότε θυμάμαι και το δικό μου. Σηκώνομαι, το χτυπάω αλλά δεν κάθομαι στη θέση μου. Έτσι κι αλλιώς, σε 3 στάσεις κατεβαίνω.

Πιο πέρα, μια παρέα κοριτσιών κοροϊδεύει τον κύριο με τα σκισμένα παπούτσια κρυφογελώντας και χαχανίζοντας. Ντρέπομαι και στρέφω το βλέμμα αλλού. Βλέπω την ταλαιπωρημένη κυρία, που τώρα κάθεται στη θέση μου, να σφίγγει και με τα δυο χέρια την τσάντα της καθώς ανοίγουν οι πόρτες ξανά και δίπλα της κάθεται ένας μαύρος με ακουστικά στ’ αυτιά. Γυρνώ το κεφάλι μπροστά· μια γιαγιά με κοιτάζει επίμονα. Της χαμογελώ αμήχανα. Δεν ανταποδίδει. Το εισιτήριο τσαλακώνεται στο χέρι μου, ίσως μπορέσω να το δώσω σε κάποιον άλλον μόλις κατέβω, ισχύει για ακόμα 45 λεπτά τουλάχιστον. Προτελευταία στάση. Τα υπάρχοντα πρόσωπα καλύπτονται από άλλα καινούρια που ορμούν να καταλάβουν τις τελευταίες άδειες θέσεις. Αρχίζω να δυσανασχετώ, τα χέρια μου ιδρώνουν. Κοιτάζω την αντανάκλασή μου στο τζάμι και μια χλωμή, εχθρική γκριμάτσα μου επιστρέφει το βλέμμα. Κοιτάω ένα γύρο κι αναγνωρίζω την ίδια φάτσα καρφωμένη σ’ όλα τα σώματα. Σώματα που πηγαινοέρχονται στο ρυθμό της μηχανής, τραντάζονται, ταλαντεύονται και ισορροπούν πάλι σαν ξυλιασμένες, άκαμπτες κι άχρηστες πια μαριονέτες  σωριασμένες σ’ ένα ξύλινο κουτί. «Θα πατήσετε λίγο το κουμπί;»· τα λόγια βγαίνουν ξέπνοα απ’ τα χείλη μου. Παίρνω ένα μουγκρητό σαν απάντηση. Σπρώχνω ό,τι βρω μπροστά μου. Πρέπει οπωσδήποτε να προλάβω τις ανοιχτές πόρτες. Απλώνω το χέρι με το στραπατσαρισμένο εισιτήριο σ’ αυτούς που περιμένουν να μπουν, κάποιος κάνει να το πάρει κι ύστερα μετανιώνει, τραβάει το χέρι μακριά.

Γεμίζω τα πνευμόνια μου με το κρύο της μέρας, κοφτερό και αποτελεσματικό. Τα πόδια μου με πάνε μέχρι το σπίτι της Ρένας και ο δείκτης μου χτυπάει το κουδούνι. «Εγώ» θυμώνω σχεδόν στο θυροτηλέφωνο.

«Καλώς την! Κάτσε, φτιάχνω καφέ κι έρχομαι. Πώς ήρθες; Σαν άρρωστη μοιάζεις.»
«Πήρα λεωφορείο.» μουρμουρίζω και κάθομαι στον καναπέ.
«Δε σ’ άκουσα!» φωνάζει απ’ την κουζίνα.
«Πήρα, λέω, φορείο».

Άντρια

Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο - Next stop Laografiko Moussio

  Τον Παύλο τον έβρισκα πάντα ήδη μέσα στο λεωφορείο.  Θυμάμαι τη φωνή του την πρώτη φορά που δήλωσε παρών στη ζωή μου και το άγγιγμά του στο μπράτσο μου.
 «Έχει αδειάσει μια θέση. Θέλετε να καθίσετε; Με λένε Παύλο. Εσάς;»
Κάθισα και μουρμούρισα ένα τυπικό «ευχαριστώ».
Από εκείνη την πρώτη φορά ο Παύλος είχε όρεξη για κουβέντα και κουτσομπολιό. Όχι τίποτα το ιδιαίτερο. Απλά μου μιλούσε λες και ένιωθε την ανάγκη να περιγράφει κάθε τι που έβλεπε, που άκουγε. Λες και ήταν δημοσιογράφος που κάλυπτε τη διαδρομή του λεωφορείου σαν αθλητικό γεγονός. Λες και ήμουν παπάς και ήθελε να μου εξομολογηθεί κάθε του σκέψη. Έγερνε και μου έλεγε πάντα αυτά που είχε να μου πει, γυρνώντας προς το μέρος μου και μιλώντας άλλοτε συνωμοτικά, άλλοτε χαρούμενα και άλλοτε τρυφερά. 
Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
«Τι παλιόκαιρος… ακόμα και για χειμώνα… Δεν ξέρω το όνομά σας, αλλά με θυμάστε; Είμαι ο Παύλος. Πριν ανεβείτε κοιτούσα το ακυρωτικό μηχάνημα. Νομίζω πως καθόταν πολύ ώρα άπραγο. Δεν ξέρω. Ίσως θα έπρεπε να του βρουν και καμιά άλλη χρησιμότητα από το να κάθετε άχρηστο, παντελώς βρώμικο και συνάμα πορτοκαλί και να χάσκει με την σχισμή του έτσι ανόητα. Θα μπορούσε να είναι ένα μηχάνημα που πουλάει καραμέλες και τσίχλες. Θα του ταίριαζε και το χρώμα.»
«Με λένε Κλειώ»
Ανδρική, παιδική αφέλεια σκεφτόμουν. Και πάλι όμως δεν δικαιολογείται. Δεν θα τον έκανα λιγότερο από 40 ετών. Ναι μεν αυθόρμητος αλλά όχι παιδί. Δεν ξέρω. Πολλές φορές το μυαλό κάνει ανόητες, τρελές, φευγάτες σκέψεις. Άλλοτε μπορεί να είναι όταν κοιμόμαστε και άλλες φορές γίνονται όταν είμαστε ξύπνιοι. Δεν μπορώ να μην παραδεχτώ πως οι ώρες των διαδρομών με το λεωφορείο είναι πολλές και αδυσώπητα βαρετές. Τόσο που το μυαλό θέλει να παίξει και να ξεφύγει.
Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
«Μύρισε Άνοιξη! ε Κλειώ; Περίμενα στη στάση σήμερα και χάζευα τις καινούργιες ταμπέλες που ενημερώνουν πότε φτάνει στη στάση κάθε λεωφορείο. Σαν αντίστροφη μέτρηση αποτυχημένου μάγου… Σε 3, 2, 1, 1, 1, 1… ένα λεπτό διάρκειας 3 – 4 λεπτών μεσολάβησε για να εμφανισθεί το λεωφορείο. Άργησε τόσο και  στη δική σας στάση; Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί να ενημερωνόμαστε για το πότε έρχεται το λεωφορείο. Λες κι έχω άλλη εναλλακτική. Λες και υπάρχει τέτοια ακρίβεια στο χρόνο που θα πρέπει να με ενημερώνουν κιόλα. Μόνο για να το χρησιμοποιείς ως δικαιολογία λέω εγώ πως είναι.»  
Ένιωθα η εξομολόγος των ανούσιων, ανόητων και τρελών σκέψεών του κι αυτό με γοήτευε… Σκέφτομαι μήπως είμαι απλά μια 24χρονη που νομίζει ότι ένας άγνωστος την ερωτεύεται στο λεωφορείο.
«Ο χρόνος είναι σχετικός Παύλε. Κι αν πάρω το λεωφορείο στην ώρα μου δεν είναι σίγουρο ότι θα είμαι στην ώρα μου.»
Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
«Τόση ώρα κοιτάζω τις χειρολαβές. Δεν ξέρω αν τις έχετε παρατηρήσει… Σαν κίτρινες κρεμάλες λικνίζονται στον αέρα. Περιμένουν τον επόμενο που θα βάλει το χέρι του για να κρεμαστεί. Θλιβερό δεν είναι; Και μέσα στη μέση από τις κρεμάλες, ένα γκρίζο ακορντεόν. Ανατριχίλα ε; Μην μου πείτε ότι δεν σας θυμίζει ακορντεόν η άρθρωση του λεωφορείου. Αναρωτιέμαι το εξής… Άραγε αν ήταν δυνατόν να παίζει μουσική, τι μουσική θα παίξει το 5 ή το 12 ή το 31? Ελπίζω να μην σας τρομάζω…»
Η αλήθεια είναι ότι είχα πάρει μια τρομάρα εκείνο το απόγευμα. Ανατριχιάζω κάθε φορά που πιάνω χειρολαβή και έρχεται στο μυαλό μου η εικόνα που μου δημιούργησε ο Παύλος.
«Νομίζω πως έχω ακούσει το 5άρι να παίζει τέσσερεις εποχές του Βέρντι. Δεν είναι συγκλονιστικό; Εσύ Παύλο δεν έχεις ακούσει ποτέ;»
 Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
«Θα το σπάσει το κομπολόι. Είναι πριν από τη στάση που ανέβηκα. Αν το ρολόι μετράει ώρες, τότε το κομπολόι μετράει κόμπους. Σωστά; Βλέπω συμφωνείς Κλειώ. Αν λοιπόν μετράει κόμπους και πόνους και αναστεναγμούς, σκέφτομαι μήπως πρέπει να βρει έναν καλό ψυχολόγο ο κύριος. Εμένα ο δικός μου με έπεισε να πάρω να διαβάζω κάτι στο λεωφορείο κι ας το ξεφυλλίζω μόνο. Μου πρότεινε να μιλώ με τους συνεπιβάτες. Συνήθως εγώ είμαι πιο ομιλητικός. Εχτές ήταν απέναντί μου ένας νεαρός. Τόσο νέος και τόσο κουρασμένος. Λες και γεννήθηκε κουρασμένος. Από την άλλη δεν ξέρεις… Εσύ Κλειώ έχεις ψυχολόγο;»
«Διαβάζω βιβλία ψυχολογίας. Είμαι οπαδός του Do It Yourself
 Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
«Νομίζω πως έχω εντοπίσει τον Παλαιοκώστα…» το ψιθύρισμα στο αυτί μου με αναστάτωσε. Όχι η πληροφορία αλλά η ανάσα τους τόσο κοντά στο αυτί μου.
«Τι σε κάνει Παύλο να πιστεύεις κάτι τέτοιο.»
«Είδα την ασημί μερσέντες μπενζ Κλειώ. Και είδα και τον οδηγό. Ήταν έξω από το Μακεδονία Παλλάς. Τον είχα δει και μερικά βράδια νωρίτερα στην Αριστοτέλους ολόιδιος ο βοηθός του νομίζω. Περίμενε λεωφορείο. Για ξεκάρφωμα μένει στο κέντρο. Υπάρχει άλλη εξήγηση βρε Κλειώ; »
«Ναι. Ίσως να είναι ο παρκαδόρος του Μακεδονία Παλλάς. Νομίζω.»
 Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
«Κλειώ έχω την εντύπωση πως είμαι ερωτευμένος.»
Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει. Ίσως να κοκκίνισα…
«Είναι μια κυρία από την άλλη μεριά του διαδρόμου. Μου αρέσουν οι μελαχρινές. Με κοιτάζει κι αυτή. Πρώτη φορά τη βλέπω. Λες να της μιλήσω; Είναι πολλές οι φορές που νομίζω πως ερωτεύομαι μέσα στο λεωφορείο. Αυτή όμως μου φαίνεται αληθινή.»
Όχι να μην της μιλήσεις. Μιλάς σε μένα. Μόνο εσύ μου μιλάς. Είμαι εγώ ερωτευμένη μαζί σου.
Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
«Κλειώ, τα παράθυρα κινδύνου νομίζω δημιουργούν αρνητικότητα. Το όνομα εννοώ. Δεν είναι τα παράθυρα του κινδύνου. Έτσι δεν είναι; Παράθυρα σωτηρίας. Παράθυρα διαφυγής. Παράθυρα… κάτι τέλος πάντων. Κάτι όμως θετικό. Κυρία, να σας ρωτήσω; Η τσάντα σας μήπως έχει και μπύρες; Κρίμα… Η Killkenny είναι εξαιρετική μπύρα. Κλειώ την επόμενη φορά κερνάω μπυρίτσα στα αναψυκτήρια. Είσαι;»
«Δεν υπόσχομαι.» Χαμογέλασα. Μου κάνει καλό τελικά η παρουσία του. 
Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
………..
Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
…………..
Επόμενη στάση Λαογραφικό Μουσείο. Next stop laografiko moussio.
«Το εισιτήριό σας παρακαλώ δεσποινίς.»
Δεν ήταν ο Παύλος. Είναι μέρες τώρα που δεν τον άκουσα.
«Το πάσο σας παρακαλώ.»
«Η σχολή τυφλών δεν το έχει ανανεώσει ακόμα. Είναι το παλιό.»
«Το ξέρω δεσποινίς μου. Μην ανησυχείτε. Ορίστε το εισιτήριο σας»
«Ευχαριστώ»
«Τα εισιτήριά σας παρακαλώ.»
Δεν έμαθα ποτέ τι απέγινε ο Παύλος. Πέρασαν δυο χρόνια από την τελευταία φορά που κάναμε μαζί τη διαδρομή Σχολή Τυφλών  – Νέα Κρήνη μαζί. Οι μπύρες που υποσχέθηκε δεν ήρθαν. Το δώρο του Παύλου θα μείνει ανεξίτηλο. Τόσα χρόνια αυτή η διαδρομή ήταν μαύρη. Σκοτεινή. Ο Παύλος μου χάρισε μερικές εικόνες να με συντροφεύουν πια στη διαδρομή του 5. Γκρίζες πια γιατί η ανάμνηση των χρωμάτων έχει χαθεί νωρίς από το μυαλό μου. Είμαι η Κλειώ και θα συνεχίσω να κάνω τη διαδρομή Σχολή Τυφλών - Κρήνη κοιτάζοντας μέσα από τα παράθυρα σωτηρίας κι ας μην μπορώ να δω τίποτα. Θα θυμάμαι πάντα την φωνή του. Ελπίζω να είναι καλά εκεί που είναι.

Πάνος Κεχαγιόγλου

Ένα πρωινό...


Για μια ακόμη φορά τα έψαλλα στη Διευθύντριά μου... στον ύπνο μου, μη παίρνετε θάρρος. Ένα ακόμα πρωινό. Όσο σκατά – με συγχωρείτε για την έκφραση αλλά κάτι σε Zafon δεν έχω πρόχειρο – και εάν είναι η ζωή μου κάτι με σηκώνει από το κρεβάτι το πρωί και στις περισσότερες των περιπτώσεων με πολύ καλή διάθεση. Ίσως έτσι επαληθεύεται το quotation κάποιου σε ένα power point που μου έστειλε η φίλη μου Δέσποινα. «’Ενα πράγμα έμαθα από τη ζωή – it goes on».
Ξεκίνησα από το σπίτι για τον τερματικό σταθμό Νεαπόλεως με το αυτοκίνητο. Εκεί αφήνω το αμάξι και επιβιβάζομαι στο 25 με κατεύθυνση την Πλατεία Ελευθερίας από όπου θα πάω το 5 για το γραφείο, όπου θα περάσω την υπόλοιπη μέρα βρίζοντας από μέσα μου. Με βολεύουν και οι γραμμές 6 και 33 αλλά για κάποιο λόγο προτιμώ το 5. Στην έκτη Δημοτικού ο Δάσκαλός μας σε μια προσπάθεια ίσης αντιμετώπισης των μαθητών, έδωσε στον καθένα από εμάς ένα νούμερο. Τα νούμερα ήταν γραμμένα πάνω σε φασόλια και όταν επέλεγε ποιός ή ποιά θα πει το μάθημα άρπαζε ένα φασόλι. Εγώ είχα το νούμερο 5. Δεν μου έχει φέρει συνειδητά γούρι αλλά για κάποιο λόγο 5 κρίκους διαίτης θα πάρω από το φούρνο, 5 κουλουράκια με σοκολάτα. Λέω... να έχω να κεράσω. Λέω...δεν πράττω.
Μου αρέσει η διαδρομή με το λεωφορείο το πρωί πρις τις οκτώ. Είναι μέσο μεταφοράς. Το «μαζικής» δεν το αισθάνεσαι. Με εκνευρίζει η μουσική που ακούγεται από το ΜP3 της νεαρής κυρίας στο μπροστινό κάθισμα. Για τον άλλο παύει να είναι μουσική, είναι απλά θόρυβος. Επόμενη στάση Αυστραλίας...Next stop Αυστραλίας. Άσχετο – ανακάλυψα ξαδέλφη στην Αυστραλία. Οι παππούδες μας αδέλφια. Επίσης άσχετο. Θα ήθελα να ήξερα την ιστορία πίσω από την ονομασία των στάσεων. «Ρουμάνικα», «Γέφυρα». Πού είναι η γέφυρα;
Φτάνω πλατεία Ελευθερίας και επιβιβάζομαι στο 5. Κάθομαι κατευθείαν στη θέση μου. Δεν κόβω εισιτήριο, όχι γιατί ανήκω στο κίνημα  «Δεν πληρώνω», αλλά γιατί έχω κάρτα ετήσια. Κάθομαι πίσω στις 4 θέσεις αντικριστά. Εκεί έχει χώρο περισσότερο και με βοηθά στην ανάγνωση του βιβλίου μου. Οι άλλες θέσεις είναι στενές και λόγω πρεσβυωπίας ζορίζομαι. Έχω πάντα ένα βιβλίο μπροστά μου γιατί αλλιώς η διαδρομή με το λεωφορείο είναι κουραστική. Σήμερα το βιβλίο το ξέχασα και επιδόθηκα στο να παρατηρώ ανθρώπους, γεγονός που με βοήθησε να διαπιστώσω γιατί, για λόγους αυτοπροστασίας, το αποφεύγω και σκύβω πάνω από ένα βιβλίο. Στην πρώτη στάση ανεβαίνει μια μαμά με ένα παιδί. Η μαγική, τέλεια σχέση. Η πληρότητας της γυναίκας. Εγώ δεν είμαι μητέρα – τικ τακ, τικ τακ... Πιο δίπλα βλέπω μαθητές με το χαρακτηριστικό σάκκο και ντύσιμο και σκέπτομαι μια δεύτερη ευκαιρία... αλλά ότι το παίρνω αμέσως πίσω. Να αποτύχεις μια φορά ναι – δύο φορές στο ίδιο πράγμα δεν παλεύεται. Δίπλα, μπροστά από πίσω μου ή και από όλες τις μεριές ακούω σπαστά ελληνικά. Αυτή η άσχημη προφορά και η κακή γραμματική με εκνευρίζουν πάρα πολύ. Αισθάνομαι απειλή; ναι. Γιατί; δε ξέρω.
                Παρατάω την παρατήρηση – δεν μου κάνει καλό και κοιτώ προς τη θάλασσα. Η διαδρομή μου αρέσει. Ωραία αυτή η πλευρά της Θεσσαλονίκης. Θα κατέβω Μαρτίου – να περπατήσω λίγο μέχρι το Βαφοπούλειο που είναι η στάση μου.

                Αύριο με βιβλίο.
                                                                                                                                          Μ.  Σκ.


έξι αισθήσεις δεν αρκούν

 Το χέρι που έψαχνε, στην τρύπα του βράχου και του βυθού,
όταν βρήκε αχινό γυρνώντας πίσω βελονιές γεμάτο
μαύρες ως βάθους, είπε, η αγάπη τι απαλή…

Εκεί που ο γύρος είναι η λέξη
που αρχινά από drink και τελειώνει σε ντρινγκ,
ναι, σωστά, είσαι στο ρινγκ,
όπου βάρβαρου γαντιού δέρμα τα έβαψε όλα
να είναι επάξια στης μούρης σου τον χρωστήρα,
κι ένοιωθες σαν το γεύμα, μα την μύτη θα ήταν ψέμα,
αυτή, σου λέει σαν της αγάπης τ’ άρωμα κανένα…

Στοχαστικά παρατηρώντας,
στα τσίρκα στις πλατείες στους μπαγλαμάδες,
διαόλων κάλτσες
μάγους, ταχυδακτυλούργους απάνω στο ούργο,
«μα πως το κάνει και που τα βρίσκει από πουθενά»
ν’ ανακαλύψεις,
έτσι γκαβός,
της τύφλας μύγα,
η αγάπη είδες λες τέρας θείο ομορφιάς…

Στο κέντρο άδειου τενεκέ
(για σένα γη)
να βρέχει πρόκες,
καρφιά και πρόκες
και κεραυνοί,
και κεραυνοί
και κεραυνοί,
τόσοι πολλοί,
τρεις κάθε δεύτερο
του ρολογιού σου
για κάθε αυτί
κι εσύ, κι εσύ,
κι εσύ, κι εσύ,
κι εσύ, κι εσύ,
ακούς εξαίσια πώς,
πως η  αγάπη,
σε προσκαλεί…

Πάνω στην έρημο
κάτω από ήλιο
χωρίς νερό,
όπως σκάβει στην άμμο
καταδικασμένη
από έναν θεό,
η κοκαλένια πια
άκυρη γλώσσα σου
σου λέει γλυκό
η αγάπη βότσαλο,
υγρό
και δροσερό…

Μα τι κι εμένα έκτη μου αίσθηση λέει είναι η αγάπη,
μ ένα γάντι του μποξ απαλά έχει ένα μαύρο σκαντζωτό αχινό
ένα μαύρο ημίψηλο γυαλισμένο καπέλο με το άλλο της χέρι
στο κεφάλι με βία να πατά μην της φύγει ένα άσπρο κουνέλι,
με ένα ύφος λες πως, η καρδιά της παλμός κύμβαλου που αλαλάζει,
του ηφαιστείου να κλωτσά, γκρανιτέν παγωτά, την φωτιά για να πάψει,
,,,
μα δεν φτάνουν,
μια και στέκει μακριά μην ψηθεί,,,
όχι μάγια,
γι’ αγκαλιά όμως έχω κι εγώ μαγευτεί…

                                                                 Αχιλλέας