Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

Του δισταγμού ο φόρος



Πέντε ημερών σελήνη εσύ ,
μικρή μου εσύ, ψυχή μου εσύ
κι εγώ , ένα τι ;          
        Περαστικός …
Πυρσός.         
    Κομήτης.

Πέντε ημερών  αχτίδα  εσύ ,
όνειρό μου,   φυλαχτό μου εσύ
Ό,τι προσεύχομαι ακριβώς.
Ονειρικός πλανήτης .

Καραδοκούσε ο έρως
στο σκιερό σου μέρος .


Μικρός κι ανάξιος εραστής... φοβήθηκα.
Στο φως ολιγαρκής,
πήγα πιο 'κεί,
για ν' αρπαχτώ στης γης την εξουσία...

Κακών προφήτης,       άγριος
της ψυχής μου θύτης.

Τώρα της μοναξιάς θα ανέβω το άσκοπο Όρος
Πληρώνεται πάντα σκληρά
του δισταγμού ο φόρος...

Ολόγιομη σελήνη εσύ, όνειρο εσύ, και πάει...
 κι εγώ ;
Δεν είμαι πια κομήτης...
Συμβαίνει η πτώση μου.
Θνητός.            
          Που πάει να πει....
Μέλλων νεκρός...
Μετεωρίτης.

( Περικλής )

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

ποιητική έξαψη

βγήκε κι απόψε το φεγγάρι
χλωμό και μελαγχολικό
κι ήρθε σιμά μου για να πάρει
την πίκρα μου και τον καημό.


έναν αβάσταχτο καημό
πούχει ματώσει την καρδιά μου
και μούκλεψε τον ουρανό
πούχα κερδίσει στα όνειρα μου.


με μια του αχτίδα το φεγγάρι
θα μου φωτίσει την ψυχή
θα την προστάξει να σαλπάρει
προς μια χώρα απατηλή.


κι αν δεν διακρίνω την παγίδα
πίσω από την δόλια ξαστεριά
κι αν θα χαθώ στην καταιγίδα
θα υψώσω ολόλευκα πανιά


θα οδηγήσω το καράβι
μέσα σε άγρια νερά
σε ένα απάνεμο λιμάνι
κι εκεί θα βρω παρηγοριά.


Θοδωρής

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Αόρατες παρουσίες

ΒρίσκοντΑι γύρω μας… ΚινΟύνται ανάμεσά μας, άλλοτε διακΡιτικά, Αλλοτε με θόρυβο, άλλοτε φΤύνοντας τις ματαιότητΕς της καθημερινότηταΣ μας! Φωλιάζουν σε σκοτεινές σοφίτες, Παρεμβαίνουν ν’ αποδώσουν δικΑιοσύνη, υπηΡετούν ερωτικές φαντασιώσεις, Ολοκληρώνουν εκκρεμότητες, λΥτρώνουν από ερινύεΣ… Εκδικούνται, παθΙάζονται, ζηλεύουν! Άλλοτε τρυφΕρά, άλλοτε με μανία, Συντρίβουν τις ψεύτικες ισορροπίες μας!
Μέσα από 18 διηγήματα μιας συντροφιάς νέων συγγραφέων ξεπροβάλλουν ψιθυρίζοντας…
www.aorates-parousies.blogspot.com 



Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

κατάδικος

-Νιώθεις καλύτερα τώρα;
-Όχι, είπε κοφτά
και ξανάβαλε το σπασμένο μπουκάλι στο στόμα του.
Και τα μάτια του γέμισαν νερά. Έτρεχαν, έτρεχαν, έτρεχαν.
Κι αυτός γελούσε.

Άντρια

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Μαλαμάτια Ι


          «Άλλα λάφυρα δε θα πάρω για την ώρα» είπε το φεγγάρι και γλίστρησε στο ολομέταξο υφάδι τ’ ουρανού. Ο ήλιος είχε τρέξει να κρυφτεί εδώ και μέρες, σαν ξόανο κυνηγημένο στο πεζούλι του ορίζοντα από τις αγριοκερασιές του δάσους. Νηφάλιο ακόμα το σκοτάδι ζουζουνίζει και σκάει σε βοερά γέλια κάθε φορά που το ηλιοτρόπιο σηκώνει για λίγο το κίτρινο κεφάλι του αδράζοντας τις τελευταίες ανάσες της ζωής του. Η μαβιά πεταλούδα δε χαζεύει πια, έχει πάψει να ελπίζει. Κάθεται μόνο στην άκρη του παλιού, ξύλινου βαρελιού και ψιθυρίζει μέσα στ’ αποτρελαμένα της αναφιλητά: «Αύριο…». Η νύχτα δίνει την ευχή της στο ραγισμένο σώμα του μικρού της γιου, που ‘χει τόσο όμορφο όνομα: Δειλινός. Κι ύστερα, γυρίζει να περιμαζέψει τα ψοφίμια της αυγής, φτιασιδώνοντάς τα με βασιλικό και μέντα που ‘χει κρύψει στον κόρφο της. Ο χρόνος με τη μεζούρα του τρέχει. Το φως δεν ορίζει πια το θολό ριζικό της μέρας.

Άντρια

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Της Τζένης το ατύχημα


         Νόμιζε ότι δε θα συνέβαινε ποτέ, όλοι όμως αυτό πιστεύουμε, έτσι δεν είναι ; Έ, λοιπόν συνέβη. Της έπεσε ένα πρωί στο μπάνιο, χωρίς να το καταλάβει πως, δεν έκανε κανένα κρότο, ούτε έσπασε τίποτε, είναι από εκείνα τα μουλωχτά γεγονότα που αδυνατείς να εκτιμήσεις τις συνέπειές τους.
         Η Τζένη συνέχισε την ημέρα της ανύποπτη, ούτε που κοίταξε πίσω της, μέσα στην απαστράπτουσα λεκάνη της τουαλέτας . Στο πρώτο της ραντεβού με το δικηγόρο δεν αναφέρθηκαν θέματα που θα την έβαζαν σε σκέψεις. Ούτε στον μανικουρίστα της το έφερε η κουβέντα. Στο κομμωτήριο, στο κομμωτήριο κάτι πήγε να ειπωθεί σχετικό, αλλά ο ανύποπτος είπαμε ανύποπτος…πλήρωσε και έφυγε με το 3άρι για το κέντρο.
        Η αλληλουχία των γεγονότων άρχισε αργά το ίδιο απόγευμα.  Ήταν κακόκεφη, με ένα αδιόρατο συναίσθημα ότι κάτι δεν πάει καλά. Πήρε τον Ρένο τηλέφωνο και του ζήτησε να της κλείσει ένα ραντεβού με τον φίλο του τον ψυχολόγο. Μετά ακύρωσε το ταξίδι στο βουνό και πριν τελειώσει το ωράριό της στο γραφείο πήρε μια στοίβα περιοδικά στα κρυφά και την κοπάνισε για το σπίτι.
        Η μέρα έφτανε στο αποκορύφωμα των συναισθημάτων της, ήταν εκείνη η ώρα που ο ουρανός βάφει με κόκκινες πινελιές όλα τα σύννεφα που πιστεύει πως τον λεκιάζουν. Πληκτρολόγησε στο skype το νούμερο του χρηματιστή της και τον ρώτησε πως πάνε τα swaps και τα εικοσαετή ελληνικά ομόλογα. Μετά του έδωσε τρείς εντολές. Πούλα, ξεφορτώσου, πέτα.
        Της φάνηκε πως είχε βάλει μια βότκα πριν από λίγο, anyway το ποτήρι ήταν στεγνό και το μπουκάλι μισοάδειο, έριξε άτσαλα το υπόλοιπο πάνω στον πάγο και έβαλε ένα δεύτερο στο ψυγείο. Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα θα τελείωνε το βράδυ της με λίγη ΤV αλλά απόψε ένιωθε μια ακαθόριστη έλλειψη. Αποφάσισε να μη κάτσει με σταυρωμένα χέρια.
        Μόλις έφτασε στο μπάρ της γειτονιάς, όχι, όχι μόλις, πρώτα σταύρωσε τα πόδια ανασηκώνοντας τον ποδόγυρο ώστε να μην επιτρέπει καμιά ματιά εκεί γύρω να παραπέσει, μόλις τέλειωσε με αυτό, άρχισε να κόβει φάτσες. Ήθελε αμέσως μια επιβεβαίωση. Ο μελαχρινός με το αραιό μαλλί της φάνηκε σούπερ. Άλλαξε σταυροπόδι κοιτώντας τον στα μάτια και βύθισε τις πονηρές σκέψεις της ξανά στο ποτήρι. Μέτρησε μέχρι το 7. ΟΚ. Έπιανε ακόμη η μπογιά της.
        - Αστέριος . Δημοσιογράφος..
      - Γειά σου, αστέρη, Τζένη. Αστέρι… Πίνω βότκα.
        Η Τζένη ήλεγξε τις καταστάσεις αριστοτεχνικά. Έπαιξε με τα ποτά χωρίς να χάσει γραμμάριο από τη νηφαλιότητά της. Τον έκανε γρήγορα υποχείριό της. Ο διάτων οδήγησε φορτισμένα ως το σπίτι του και της άνοιξε την πόρτα σα παγώνι που ξυπνά. Αυτή μπήκε με αέρα ντίβας και μετά από μια ώρα παιχνίδι βγήκε με τον ίδιο αέρα αφήνοντας τον Αστέριο με το τηλεκοντρόλ στο χέρι. Αει απ’ εδώ που θες να πηδήξεις κι όλας, κουτορνίθι…
       Μπήκε στο διαμέρισμά της και κατευθύνθηκε με ένα πλατύ, πολύ πλατύ χαμόγελο προς τη λεκάνη…

       Πίσω, πίσω στο εργένικο διαμέρισμα το ντόμινο μόλις ξεκινούσε. Ο αφιονισμένος ρεπόρτερ της συντηρητικής εφημερίδας κατέβηκε και ξεκίνησε δουλειά από τα ξημερώματα. Μάζεψε όλα τα ντοκουμέντα που ως χθες του φαίνονταν ελλιπή και ατεκμηρίωτα και άρχισε να κτυπάει τα πλήκτρα με λύσσα. Μέχρι να σκάσει μύτη η μυρωδιά της καφετιέρας, στο γραφείο του διευθυντή  ήταν προσγειωμένο το ρεπορτάζ της χρονιάς.
      Όλη η ιεραρχία της μαφίας του ποδοσφαίρου , παράγοντες, υπουργοί, αθλητές, εφοπλιστές, προποτζήδες, παραπάνω από 85 άτομα του ημέτερου τζετ σετ παραδομένα  στην ημεδαπή χλεύη.
     Μέσα σε μια εβδομάδα επελήφθησαν οι διωκτικές αρχές. Η αφρόκρεμα των υποψήφιων επενδυτών στις αποκρατικοποιημένες δημόσιες επιχειρήσεις διέφυγε με αεροπλάνα, βαπόρια, κανώ και σχεδίες σε χώρες με πιο καλοπροαίρετα θηλυκά. Η οικονομία πήρε να κατρακυλάει ξανά στο βάραθρο και η εφημερίδα, από εκεί που την κατηγορούσαν για δεκανίκι έκανε μαρξιστική στροφή και πούλησε εκατομμύρια φύλλα στους αγανακτισμένους. Ο ρεπόρτερ είχε τώρα ηρεμήσει και αναλογιζόταν γιατί δεν έπεσε εκείνο το βράδυ να κοιμηθεί. Στο φινάλε, όλα τραβάνε το δρόμο τους, αργά ή γρήγορα, δε μπορούσε κάποιος άλλος να δώσει τη κλωτσιά ;  

      Η Τζένη πήγε να καθήσει στην απαστράπτουσα που λέγαμε αλλά κάτι της τράβηξε την προσοχή. Έσκυψε και κοίταξε. Και τι να δει…. Την τελευταία τρίχα από το πράμα της. Ήταν πλέον εντελώς φαλακρή. Από κάτω.

     Η χώρα, εκείνη η χώρα, έτσι που την ξέρατε, να τη ξεχάσετε ... 

( Περικλής )

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Μαλαμάτια ΙΙ

Η ζέστη κρατούσε όμηρους εδώ και μέρες τους τζίτζικες, αναγκάζοντάς τους να φλυαρούν αδιάκοπα μεταξύ τους. Βλέπεις, το χειμώνα που μας πέρασε είχαν μια για πάντα δαμάσει κρυφά απ’ όλους την ευφράδεια τους αυτή, μάζεψαν τα φτερά τους, κουλουριάστηκαν κι έπαψαν να καυχιούνται πως πλάθουν μελωδίες που αφήνουν το καλοκαίρι αγέραστο. Εκείνος, με το άσπρο μαντήλι στο πέτο κατέβηκε απ’ το ταξί και, χωρίς να το προσέξει, βάδισε για λίγο δίπλα από μια χάρτινη σακούλα. Αυτή, ενοχλημένη από τον ήχο των βημάτων του, έκανε στροφή κι απομακρύνθηκε χορεύοντας στην αντίθετη κατεύθυνση.

Άντρια