Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

έξι αισθήσεις δεν αρκούν

 Το χέρι που έψαχνε, στην τρύπα του βράχου και του βυθού,
όταν βρήκε αχινό γυρνώντας πίσω βελονιές γεμάτο
μαύρες ως βάθους, είπε, η αγάπη τι απαλή…

Εκεί που ο γύρος είναι η λέξη
που αρχινά από drink και τελειώνει σε ντρινγκ,
ναι, σωστά, είσαι στο ρινγκ,
όπου βάρβαρου γαντιού δέρμα τα έβαψε όλα
να είναι επάξια στης μούρης σου τον χρωστήρα,
κι ένοιωθες σαν το γεύμα, μα την μύτη θα ήταν ψέμα,
αυτή, σου λέει σαν της αγάπης τ’ άρωμα κανένα…

Στοχαστικά παρατηρώντας,
στα τσίρκα στις πλατείες στους μπαγλαμάδες,
διαόλων κάλτσες
μάγους, ταχυδακτυλούργους απάνω στο ούργο,
«μα πως το κάνει και που τα βρίσκει από πουθενά»
ν’ ανακαλύψεις,
έτσι γκαβός,
της τύφλας μύγα,
η αγάπη είδες λες τέρας θείο ομορφιάς…

Στο κέντρο άδειου τενεκέ
(για σένα γη)
να βρέχει πρόκες,
καρφιά και πρόκες
και κεραυνοί,
και κεραυνοί
και κεραυνοί,
τόσοι πολλοί,
τρεις κάθε δεύτερο
του ρολογιού σου
για κάθε αυτί
κι εσύ, κι εσύ,
κι εσύ, κι εσύ,
κι εσύ, κι εσύ,
ακούς εξαίσια πώς,
πως η  αγάπη,
σε προσκαλεί…

Πάνω στην έρημο
κάτω από ήλιο
χωρίς νερό,
όπως σκάβει στην άμμο
καταδικασμένη
από έναν θεό,
η κοκαλένια πια
άκυρη γλώσσα σου
σου λέει γλυκό
η αγάπη βότσαλο,
υγρό
και δροσερό…

Μα τι κι εμένα έκτη μου αίσθηση λέει είναι η αγάπη,
μ ένα γάντι του μποξ απαλά έχει ένα μαύρο σκαντζωτό αχινό
ένα μαύρο ημίψηλο γυαλισμένο καπέλο με το άλλο της χέρι
στο κεφάλι με βία να πατά μην της φύγει ένα άσπρο κουνέλι,
με ένα ύφος λες πως, η καρδιά της παλμός κύμβαλου που αλαλάζει,
του ηφαιστείου να κλωτσά, γκρανιτέν παγωτά, την φωτιά για να πάψει,
,,,
μα δεν φτάνουν,
μια και στέκει μακριά μην ψηθεί,,,
όχι μάγια,
γι’ αγκαλιά όμως έχω κι εγώ μαγευτεί…

                                                                 Αχιλλέας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου