Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Κόκκινη κλωστή δεμένη...

...Είδε τρομαγμένη το Λύκο πεσμένο στο χώμα, να αιμορραγεί, με τα μάτια μισόκλειστα. Κοίταζε μια την εγγονή της, μια τον Κυνηγό. «Τι έγινε;», ρώτησε με συγκρατημένο θυμό και φόβο. Η Κοκκινοσκουφίτσα έτρεξε αμέσως και την αγκάλιασε. Δεν ανταπόδωσε. Ο Κυνηγός, κρατώντας ακόμα την καραμπίνα του στο δεξί χέρι, μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο δείχνοντας με το δείκτη του άλλου χεριού το ψόφιο ζώο.
          Αυτό ήταν λοιπόν; Έτσι τέλειωνε η ιστορία της; Αυτό ήταν το τέλος του σεναρίου για το οποίο όλοι μιλούσαν; Μ’ αυτήν και την εγγονή της να γλιτώνουν απ’ τα δόντια του Λύκου; Με τον Κυνηγό να παρουσιάζεται ως σωτήρας τους; Κι αν ο Λύκος δε ξυπνούσε ποτέ πια; Κι αν όλ’ αυτά που είχαν γίνει δε συνέβαιναν στα ψέματα, στα παραμύθια μοναχά;
Δε θα μάθαινε ποτέ κανείς πως ο Λύκος της κρατούσε συντροφιά όλα εκείνα τα μοναχικά απογεύματα του Νοέμβρη που η Κοκκινοσκουφίτσα δε φαινόταν πουθενά, ή πως έβγαιναν μαζί στο δάσος τα πρωινά του Απρίλη και κάθονταν στη σκιά του πλάτανου και γελούσαν και τραγουδούσαν. Δε θα μάθαινε ποτέ κανείς πως ο Λύκος τη βοήθησε να χτίσει το τζάκι της, ούτε πως του ‘φτιαξε γλυκό κυδώνι για να τον ευχαριστήσει. Πως αυτός αγόρασε το κόκκινο ρούχο για να ράψει η Γιαγιά καινούρια φορεσιά στην εγγονή της. Κι ούτε κανένας θα νοιαζόταν να μάθει πως αυτός ήταν ο ίδιος Λύκος που ζούσε και στ’ άλλα παραμύθια, με τα Γουρουνάκια και τα Κατσικάκια, και του ‘διναν πάντα το ρόλο του κακού, μα κάθε άλλο παρά κακός ήταν.
Ένα δάκρυ κύλησε στο ρυτιδιασμένο μάγουλο. «Γιαγιά, γιατί κλαις;», ρώτησε η εγγονή της με αφέλεια. Η Γιαγιά έσκυψε το κεφάλι με παράπονο και μπήκε στην καλύβα της. Έκλεισε την πόρτα κι έσβησε το φως.

Λίγες μέρες μετά, είχε πια διαδοθεί στο δάσος πως η Γιαγιά δε θα ζούσε πια σε άλλα παραμύθια. Η εταιρεία που προωθούσε «Το παραμύθι της Γιαγιάς» αποφάσισε, για λόγους εμπορικούς, να μετονομάσει την ιστορία δίνοντάς της τον τίτλο «Η Κοκκινοσκουφίτσα και ο κακός ο Λύκος».

Άντρια



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου