Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Μαλαμάτια ΙΙΙ


«Έχασες!», φώναξε ο άνεμος κοροϊδευτικά στο σύννεφο και γέλασε. Στο δρόμο ο τρελός με το ταμπούρλο τριγυρνούσε ακόμα. Ένα αστέρι τρεμούλιασε, ίσως και να του ‘κλεισε το μάτι. Η άμμος παραμόνευε ν’ ακούσει τον παφλασμό απ’ το κύμα κι η σελήνη προσπάθησε, για λίγες στιγμές μονάχα, να χρωματίσει το σκούρο μπλε τ’ ουρανού. Φαινόταν τόσο εύφλεκτη με το κόκκινο που ‘χε διαλέξει…

Άντρια

1 σχόλιο:

  1. άφησε το ταμπούρλο στα πόδια του και έστριψε ένα με τελετουργικές κινήσεις. Έβγαλε τα σπίρτα και άναψε πρώτα τη σελήνη και μετά το στριφτό. Οι υπόλοιποι κοιμούνταν γαλήνια. Κι αυτός γαλήνια γέμισε το στήθος του ανάσες που μπορεί να βλάψουν σοβαρά την υγεία. Μα όχι τη ψυχή. Την ψυχή, όχι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή